die regelung
re
ˈʁe:
re
ge
lung
lʊng
loong

Ορισμός και σημασία του "regelung"στα γερμανικά

01

κανονισμός, ρύθμιση

Ein festgelegtes Gesetz oder eine Vorschrift, die das Verhalten oder Abläufe bestimmt 
die Regelung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Regelungen
γενική πτώση
Regelung
Παραδείγματα
Die Regelung im Vertrag ist klar und verständlich. 

Ο κανονισμός στη σύμβαση είναι σαφής και κατανοητός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store