rege
re
ˈʀe:
re
ge
regie

Ορισμός και σημασία του "rege"στα γερμανικά

01

von lebhafter Tätigkeit, Bewegung oder Geschäftigkeit geprägt , -

γραμματικές πληροφορίες
υπερθετικός βαθμός
regsten
συγκριτικός βαθμός
reger
Παραδείγματα
Auf der Hauptstraße herrscht tagsüber ein reger Verkehr. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store