Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rege
01
von lebhafter Tätigkeit, Bewegung oder Geschäftigkeit geprägt , -
γραμματικές πληροφορίες
υπερθετικός βαθμός
regsten
συγκριτικός βαθμός
reger
Παραδείγματα
Auf der Hauptstraße herrscht tagsüber ein reger Verkehr.



























