Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rechtzeitig
01
έγκαιρα
Zum passenden oder vereinbarten Zeitpunkt
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Er hat nicht rechtzeitig bezahlt.
Δεν πλήρωσε έγκαιρα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
έγκαιρα