Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reagieren
[past form: reagierte]
01
αντιδρώ, απαντώ
Auf etwas antworten oder mit einer Handlung oder einem Gefühl darauf eingehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
reagiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
reagiert
ενεστώτα μετοχή
reagierend
απλός αόριστος
reagierte
παθητική μετοχή
reagiert
Παραδείγματα
Der Körper reagiert auf das Medikament.
Το σώμα αντιδρά στο φάρμακο.



























