Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
raus
01
έξω, προς τα έξω
Drückt eine Bewegung nach außen oder einen Zustand außerhalb eines geschlossenen Raums aus
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Geh raus und spiel im Garten!
Βγες έξω και παίξε στον κήπο !



























