Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Raumfahrer
01
αστροναύτης, διαστημικός ταξιδιώτης
Eine Person, die beruflich ins Weltall reist und dort forscht oder arbeitet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Raumfahrer
αρσενικό ενικό
Raumfahrer
θηλυκό ενικό
Raumfahrerin
neutral form
Raumfahrende
γενική πτώση
Raumfahrers
Παραδείγματα
Der Raumfahrer verbrachte sechs Monate auf der ISS.
Ο αστροναύτης πέρασε έξι μήνες στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό.



























