der raumfahrer
raumfahrer
ʁaʊ̯mfa:ʁɐ
rawmfar
radfahrer

Ορισμός και σημασία του "raumfahrer"στα γερμανικά

Der Raumfahrer
01

αστροναύτης, διαστημικός ταξιδιώτης

Eine Person, die beruflich ins Weltall reist und dort forscht oder arbeitet 
der Raumfahrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Raumfahrer
αρσενικό ενικό
Raumfahrer
θηλυκό ενικό
Raumfahrerin
neutral form
Raumfahrende
γενική πτώση
Raumfahrers
Παραδείγματα
Der Raumfahrer verbrachte sechs Monate auf der ISS. 

Ο αστροναύτης πέρασε έξι μήνες στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

raumfahrer

raum

+

fahrer

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store