der Raumfahrer
Pronunciation
/ˈʁaʊ̯mˌfaːʁɐ/

Ορισμός και σημασία του "raumfahrer"στα γερμανικά

Der Raumfahrer
[gender: masculine]
01

αστροναύτης, διαστημικός ταξιδιώτης

Eine Person, die beruflich ins Weltall reist und dort forscht oder arbeitet
der Raumfahrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Raumfahrers
πληθυντικός τύπος
Raumfahrer
Παραδείγματα
Der Raumfahrer beschrieb den Blick auf die Erde als überwältigend.
Ο αστροναύτης περιέγραψε την άποψη της Γης ως συγκλονιστική.

Λεξικό Δέντρο

raumfahrer

raum

+

fahrer

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store