Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Raum
01
δωμάτιο, αίθουσα
Ein abgegrenzter Bereich in einem Gebäude, oft durch Wände getrennt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Raum(e)s
πληθυντικός τύπος
Räume
Παραδείγματα
Ich schlafe in meinem eigenen Raum.
Κοιμάμαι στο δικό μου δωμάτιο.
02
χώρος, θέση
Ein offener oder freier Bereich, der nicht begrenzt ist
Παραδείγματα
Wir brauchen mehr Raum zum Arbeiten.
Χρειαζόμαστε περισσότερο χώρο για να δουλέψουμε.



























