der raum
raum
ʁaʊ̯m
rawm

Ορισμός και σημασία του "raum"στα γερμανικά

01

δωμάτιο, αίθουσα

Ein abgegrenzter Bereich in einem Gebäude, oft durch Wände getrennt 
der Raum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Räume
γενική πτώση
Raum(e)s
Παραδείγματα
Ich schlafe in meinem eigenen Raum. 

Κοιμάμαι στο δικό μου δωμάτιο.

02

χώρος, θέση

Ein offener oder freier Bereich, der nicht begrenzt ist 
der Raum definition and meaning
Παραδείγματα
Wir brauchen mehr Raum zum Arbeiten. 

Χρειαζόμαστε περισσότερο χώρο για να δουλέψουμε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store