Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Raum
[gender: masculine]
01
δωμάτιο, αίθουσα
Ein abgegrenzter Bereich in einem Gebäude, oft durch Wände getrennt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Raum(e)s
πληθυντικός τύπος
Räume
Παραδείγματα
In diesem Raum steht ein Schreibtisch.
Σε αυτό το δωμάτιο υπάρχει ένα γραφείο.
02
χώρος, θέση
Ein offener oder freier Bereich, der nicht begrenzt ist
Παραδείγματα
Im Weltraum gibt es keinen Sauerstoff.
Στο διάστημα, δεν υπάρχει οξυγόνο.



























