die ratte
ra
ˈʁa
ra
tte
raute

Ορισμός και σημασία του "ratte"στα γερμανικά

01

αρουραίος, ποντίκι

Ein kleines Nagetier mit langem Schwanz, das oft in Städten und Feldern lebt 
die Ratte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Ratten
γενική πτώση
Ratte
Παραδείγματα
Die Ratte läuft schnell durch die Kanalisation. 

Ο ποντικός τρέχει γρήγορα μέσα από το αποχετευτικό σύστημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store