der rasen
rasen
ʁa:zn
razn
ragenratenrasten

Ορισμός και σημασία του "rasen"στα γερμανικά

01

γκαζόν, χλοοτάπητας

Kurz geschnittenes Gras in Gärten oder Parks 
der Rasen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Rasen
γενική πτώση
Rasens
Παραδείγματα
Die Kinder spielen auf dem Rasen. 

Τα παιδιά παίζουν στο γρασίδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store