Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Rahmen
[gender: masculine]
01
πλαίσιο, δομή
Eine umgrenzende Struktur aus Holz, Metall oder Kunststoff, die etwas umschließt oder stützt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
rahmen
πληθυντικός τύπος
rahmens
Παραδείγματα
Sie säuberte den staubigen Rahmen des alten Bildes.
Καθάρισε το σκονισμένο πλαίσιο του παλιού πίνακα.
02
πλαίσιο, δομή
Ein strukturelles Gerüst oder ein übergreifender Kontext, der etwas begrenzt oder definiert
Παραδείγματα
Er handelte immer im gesetzlichen Rahmen.
Δρούσε πάντα στο νομικό πλαίσιο.



























