Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
radikal
01
θεμελιώδης, ριζοσπαστικός
Etwas, das bis zur Wurzel geht
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am radikalsten
συγκριτικός βαθμός
radikaler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Eine radikale Veränderung der Struktur.
Μια ριζική αλλαγή στη δομή.
02
ριζοσπαστικός, ακραίος
Mit extremen Ansichten, Methoden oder Forderungen, oft verbunden mit einer kompromisslosen Haltung
Παραδείγματα
Er vertritt radikale Ansichten.
Αντιπροσωπεύει ριζοσπαστικές απόψεις.



























