Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Quark
[gender: masculine]
01
φρέσκο τυρί, κουάρκ
Ein weiches, frisches Milchprodukt mit cremiger Konsistenz
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Quark(e)s
Παραδείγματα
In Deutschland wird Quark oft als gesunde Zwischenmahlzeit gegessen.
Στη Γερμανία, το κουάρκ τρώγεται συχνά ως υγιεινό σνακ.



























