Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
putzen
01
γυαλίζω, στιλβώνω
Etwas durch Polieren glänzend machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
putze
γ΄ ενικό πρόσωπο
putzt
ενεστώτα μετοχή
putzend
απλός αόριστος
putzte
παθητική μετοχή
geputzt
Παραδείγματα
Er putzt seine Schuhe.
Αυτός καθαρίζει τα παπούτσια του.
02
καθαρίζω, σκουπίζω
Etwas säubern
Παραδείγματα
Ich putze das Bad.
Εγώ καθαρίζω το μπάνιο.



























