putzen
Pronunciation
/ˈpʊtsən/

Ορισμός και σημασία του "putzen"στα γερμανικά

putzen
01

γυαλίζω, στιλβώνω

Etwas durch Polieren glänzend machen
putzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
putze
γ΄ ενικό πρόσωπο
putzt
ενεστώτα μετοχή
putzend
απλός αόριστος
putzte
παθητική μετοχή
geputzt
Παραδείγματα
Sie putzt das Silber.
Αυτή γυαλίζει το ασήμι.
02

καθαρίζω, σκουπίζω

Etwas säubern
putzen definition and meaning
Παραδείγματα
Sie putzt ihre Zähne.
Αυτή βουρτσίζει τα δόντια της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store