pur
Pronunciation
/puːɐ̯/

Ορισμός και σημασία του "pur"στα γερμανικά

01

καθαρός, καθαρός

Ohne Zusatzstoffe oder Vermischung mit anderen Substanzen
pur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am pursten
συγκριτικός βαθμός
purer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Seife besteht aus purer Olivenölseife.
Το σαπούνι αποτελείται από καθαρό σαπούνι ελαιόλαδου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store