pur
pur
pu:ɐ
που

Ορισμός και σημασία του "pur"στα γερμανικά

01

καθαρός, καθαρός

Ohne Zusatzstoffe oder Vermischung mit anderen Substanzen 
pur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am pursten
συγκριτικός βαθμός
purer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Qualität, Substanzen, Reinheit
Παραδείγματα
Dieser Honig ist pur und unbehandelt. 

Αυτό το μέλι είναι καθαρό και ακατέργαστο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store