der Puder

Ορισμός και σημασία του "puder"στα γερμανικά

Der Puder
[gender: masculine]
01

πούδρα, συγκρατική πούδρα

Ein feines Pulver, das über das Make-up bestäubt wird, um es zu fixieren
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Puders
πληθυντικός τύπος
Puder
Παραδείγματα
Es gibt farbigen und transparenten Puder.
Υπάρχει χρωματιστή και διαφανής σκόνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store