Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
präzisieren
01
διευκρινίζω
Etwas genauer oder detaillierter erklären oder formulieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
präzisiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
präzisiert
ενεστώτα μετοχή
präzisierend
απλός αόριστος
präzisierte
παθητική μετοχή
präzisiert
Παραδείγματα
Das Unternehmen präzisierte seine Strategie in einer Pressemitteilung.
Η εταιρεία διευκρίνισε τη στρατηγική της σε μια ανακοίνωση τύπου.



























