Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Prozessor
[gender: masculine]
01
επεξεργαστής, κεντρική μονάδα επεξεργασίας
Das zentrale Rechengerät eines Computers, das Daten verarbeitet und Befehle ausführt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Prozessors
πληθυντικός τύπος
Prozessoren
Παραδείγματα
Der Techniker hat den alten Prozessor ausgetauscht.
Ο τεχνικός αντικατέστησε τον παλιό επεξεργαστή.



























