Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Provokation
[gender: feminine]
01
προσβολή, πρόκληση
Eine absichtliche Handlung oder Aussage, die jemanden reizen, ärgern oder zu einer Reaktion verleiten soll
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Provokation
πληθυντικός τύπος
Provokationen
Παραδείγματα
Die Tat geschah unter Provokation, was das Strafmaß beeinflusste.
Η πράξη έγινε υπό προβοκάτσια, κάτι που επηρέασε την ποινή.



























