Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Prophet
01
προφήτης
Eine Person, die in religiösen Traditionen als von Gott oder einer höheren Macht beauftragt gilt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Propheten
αρσενικό ενικό
Prophet
θηλυκό ενικό
Prophetin
neutral form
prophetische Person
γενική πτώση
Propheten
Παραδείγματα
Mose war ein wichtiger Prophet im Judentum.
Ο Μωυσής ήταν ένας σημαντικός προφήτης στον Ιουδαϊσμό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
prophet
prophesy



























