der prophet
pro
ˈpʁo:
pro
phet
fɛt
fet

Ορισμός και σημασία του "prophet"στα γερμανικά

01

προφήτης

Eine Person, die in religiösen Traditionen als von Gott oder einer höheren Macht beauftragt gilt 
der Prophet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Propheten
αρσενικό ενικό
Prophet
θηλυκό ενικό
Prophetin
neutral form
prophetische Person
γενική πτώση
Propheten
Παραδείγματα
Mose war ein wichtiger Prophet im Judentum. 

Ο Μωυσής ήταν ένας σημαντικός προφήτης στον Ιουδαϊσμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

prophet
prophesy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store