Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Prominenz
[gender: feminine]
01
διασημότητες, γνωστές προσωπικότητες
Eine Gruppe von bekannten oder einflussreichen Personen, oft aus Politik, Kunst oder Gesellschaft
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Prominenz
πληθυντικός τύπος
Prominenzen
Παραδείγματα
In der Stadt leben viele Prominente.
Στην πόλη ζουν πολλοί διάσημοι.



























