Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Prognose
01
πρόβλεψη, προγνωσιολογία
Eine fundierte Vorhersage über zukünftige Entwicklungen, basierend auf Daten, Trends oder Expertenwissen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Prognose
πληθυντικός τύπος
Prognosen
Παραδείγματα
Die Prognose für den Aktienmarkt ist unsicher.
Η πρόγνωση για τη χρηματιστηριακή αγορά είναι αβέβαιη.



























