Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Prognose
01
πρόβλεψη, προγνωσιολογία
Eine fundierte Vorhersage über zukünftige Entwicklungen, basierend auf Daten, Trends oder Expertenwissen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Prognosen
γενική πτώση
Prognose
Παραδείγματα
Die Wirtschaftsprognose sagt ein Wachstum von 2% voraus.
Η οικονομική πρόβλεψη προβλέπει ανάπτυξη 2%.
LanGeek



























