Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
produzieren
01
παράγω, κατασκευάζω
Etwas herstellen oder erzeugen, meist in großen Mengen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
produziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
produziert
ενεστώτα μετοχή
produzierend
απλός αόριστος
produzierte
παθητική μετοχή
produziert
Παραδείγματα
Das Werk produziert viele Autos im Monat.
Το εργοστάσιο παράγει πολλά αυτοκίνητα το μήνα.



























