produzieren
Pronunciation
/pʀoduˈtsiːʀən/

Ορισμός και σημασία του "produzieren"στα γερμανικά

produzieren
01

παράγω, κατασκευάζω

Etwas herstellen oder erzeugen, meist in großen Mengen
produzieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
produziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
produziert
ενεστώτα μετοχή
produzierend
απλός αόριστος
produzierte
παθητική μετοχή
produziert
Παραδείγματα
Das Werk produziert viele Autos im Monat.
Το εργοστάσιο παράγει πολλά αυτοκίνητα το μήνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store