Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Produzent
[gender: masculine]
01
تولیدکننده, سازنده
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Produzenten
πληθυντικός τύπος
Produzenten



























