Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Produktion
01
παραγωγή, κατασκευή
Ein Vorgang, bei dem Waren oder Güter hergestellt werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Produktion
πληθυντικός τύπος
Produktionen
Παραδείγματα
Für die Produktion braucht man viele Maschinen.
Για την παραγωγή, χρειάζονται πολλά μηχανήματα.



























