Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
probieren
01
δοκιμάζω
Etwas ausprobieren, um zu sehen, wie es ist oder ob es funktioniert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
probiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
probiert
ενεστώτα μετοχή
probierend
απλός αόριστος
probierte
παθητική μετοχή
probiert
Παραδείγματα
Willst du den Kuchen probieren?
Θέλεις να δοκιμάσεις το κέικ;



























