prickelnd
prickelnd
pʁɪklnt
priklnt

Ορισμός και σημασία του "prickelnd"στα γερμανικά

01

συναρπαστικός, διεγερτικός

Aufregend oder anregend 
prickelnd definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am prickelndsten
συγκριτικός βαθμός
prickelnder
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Konzert war einfach prickelnd! 

Η συναυλία ήταν απλά συναρπαστική!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store