Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Prestige
01
κύρος, υπόληψη
Ansehen oder Achtung, die jemand oder etwas aufgrund von Erfolg, Status oder besonderen Leistungen genießt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Prestiges
Παραδείγματα
Alte Adelsfamilien pflegen ihr Prestige durch Traditionen.
Οι παλιές αριστοκρατικές οικογένειες διατηρούν το πρεστίζ τους μέσω των παραδόσεων.



























