Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Prestige
01
κύρος, υπόληψη
Ansehen oder Achtung, die jemand oder etwas aufgrund von Erfolg, Status oder besonderen Leistungen genießt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Prestiges
Παραδείγματα
Der Nobelpreis verleiht dem Gewinner internationales Prestige.
Το βραβείο Νόμπελ προσδίδει στον νικητή διεθνή πρεστίζ.



























