das potenzial
potenzial
potɛntsi̯a:l
potentsial
potenziell

Ορισμός και σημασία του "potenzial"στα γερμανικά

01

δυναμικό, δυνατότητα

Vorhandene, aber noch nicht vollständig genutzte Fähigkeiten oder Möglichkeiten 
das Potenzial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Potenziale
γενική πτώση
Potenzials
Παραδείγματα
Das Unternehmen erkannte das wirtschaftliche Potenzial des Marktes. 

Η εταιρεία αναγνώρισε την οικονομική δυνατότητα της αγοράς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store