Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Postkasten
[gender: masculine]
01
γραμματοκιβώτιο, ταχυδρομικό κουτί
Ein Behälter, in den man Briefe zum Verschicken wirft
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Postkastens
πληθυντικός τύπος
Postka(ä)sten
Παραδείγματα
Der Postkasten ist rot und groß.
Το γραμματοκιβώτιο είναι κόκκινο και μεγάλο.



























