Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Posten
01
θέση, αξίωμα
Eine berufliche Position oder Stelle in einer Organisation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Postens
πληθυντικός τύπος
Posten
Παραδείγματα
Der diplomatische Posten war sehr begehrt.
Η διπλωματική θέση ήταν πολύ ζητούμενη.
posten
01
δημοσιεύω, μοιράζομαι
Etwas online stellen, z. B. in sozialen Medien oder auf einer Website
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
poste
γ΄ ενικό πρόσωπο
postet
ενεστώτα μετοχή
postend
απλός αόριστος
postete
παθητική μετοχή
gepostet
Παραδείγματα
Er postet oft politische Meinungen auf Twitter.
Συχνά δημοσιεύει πολιτικές απόψεις στο Twitter.



























