der posten
posten
pɔstn
pawstn
pustenpfostenprosten

Ορισμός και σημασία του "posten"στα γερμανικά

01

θέση, αξίωμα

Eine berufliche Position oder Stelle in einer Organisation 
der Posten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Postens
πληθυντικός τύπος
Posten
Παραδείγματα
Er hat einen wichtigen Posten in der Firma. 

Κατέχει μια σημαντική θέση στην εταιρεία.

posten
01

δημοσιεύω, μοιράζομαι

Etwas online stellen, z. B. in sozialen Medien oder auf einer Website 
posten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
poste
γ΄ ενικό πρόσωπο
postet
ενεστώτα μετοχή
postend
απλός αόριστος
postete
παθητική μετοχή
gepostet
Παραδείγματα
Sie postet täglich Fotos auf Instagram. 

Αυτή δημοσιεύει φωτογραφίες καθημερινά στο Instagram.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store