Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Popularität
[gender: feminine]
01
δημοτικότητα, φήμη
Die Beliebtheit oder weite Verbreitung einer Person, Sache oder Idee in der Öffentlichkeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Popularität
Παραδείγματα
Trotz ihrer Popularität bleibt sie bescheiden.
Δημοτικότητα



























