der politiker
politiker
poli:tɪkɐ
politik

Ορισμός και σημασία του "politiker"στα γερμανικά

01

πολιτικός, κρατικός άνδρας

Eine Person, die in der Politik arbeitet und Entscheidungen für das Land oder eine Region trifft 
der Politiker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Politikers
πληθυντικός τύπος
Politiker
Παραδείγματα
Der Politiker sprach gestern im Fernsehen. 

Ο πολιτικός μίλησε στην τηλεόραση χθες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store