Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
planen
01
σχεδιάζω, οργανώνω
Etwas im Voraus überlegen, organisieren oder entwerfen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
plane
γ΄ ενικό πρόσωπο
plant
ενεστώτα μετοχή
planend
απλός αόριστος
plante
παθητική μετοχή
geplant
Παραδείγματα
Wir planen eine Party für nächsten Samstag.
Σχεδιάζουμε ένα πάρτι για το επόμενο Σάββατο.



























