Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
planen
01
σχεδιάζω, οργανώνω
Etwas im Voraus überlegen, organisieren oder entwerfen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
plane
γ΄ ενικό πρόσωπο
plant
ενεστώτα μετοχή
planend
απλός αόριστος
plante
παθητική μετοχή
geplant
Παραδείγματα
Ohne zu planen, kann man kein erfolgreiches Projekt durchführen.
Χωρίς σχεδιασμό, δεν μπορείτε να εκτελέσετε ένα επιτυχημένο έργο.



























