Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Plan
01
σχέδιο, πρόγραμμα
Eine Idee oder ein Konzept, um etwas zu organisieren oder durchzuführen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Plan(e)s
πληθυντικός τύπος
Pläne
Παραδείγματα
Mein Plan hat gut funktioniert.
Το σχέδιο μου λειτούργησε καλά.
02
σχέδιο, χάρτης
Eine visuelle Darstellung eines Ortes oder eines Gebäudes
Παραδείγματα
Wir brauchen einen Plan vom Gebäude.
Χρειαζόμαστε ένα σχέδιο του κτιρίου.



























