Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pilgern
01
προσκυνούν, κάνουν προσκύνημα
Aus religiösen Gründen zu einem heiligen Ort reisen, meist zu Fuß oder auf traditionelle Weise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pilgere
γ΄ ενικό πρόσωπο
pilgert
ενεστώτα μετοχή
pilgernd
απλός αόριστος
pilgerte
παθητική μετοχή
gepilgert
Παραδείγματα
Früher pilgerten die Menschen wochenlang durch ganz Europa.
Παλιότερα, οι άνθρωποι προσκυνούσαν για εβδομάδες σε όλη την Ευρώπη.



























