das pflaster
pflaster
pflastɐ
pflast
laster

Ορισμός και σημασία του "pflaster"στα γερμανικά

01

έμπλαστρο, επίδεσμος

Ein kleines Stück Material, das auf Wunden geklebt wird, um sie zu schützen 
das Pflaster definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Pflaster
γενική πτώση
Pflasters
Παραδείγματα
Kannst du mir bitte ein Pflaster geben? 

Μπορείς να μου δώσεις ένα έμπλαστρο, σε παρακαλώ;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store