Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pflanzen
01
φυτεύω, τοποθετώ στη γη
Etwas in die Erde setzen, damit es wächst
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pflanze
γ΄ ενικό πρόσωπο
pflanzt
ενεστώτα μετοχή
pflanzend
απλός αόριστος
pflanzt
παθητική μετοχή
gepflanzt
Παραδείγματα
Ich pflanze Blumen im Garten.
Εγώ φυτεύω λουλούδια στον κήπο.



























