pflanzen
Pronunciation
/ˈpflantsən/

Ορισμός και σημασία του "pflanzen"στα γερμανικά

pflanzen
[past form: pflanzt]
01

φυτεύω, τοποθετώ στη γη

Etwas in die Erde setzen, damit es wächst
pflanzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pflanze
γ΄ ενικό πρόσωπο
pflanzt
ενεστώτα μετοχή
pflanzend
απλός αόριστος
pflanzt
παθητική μετοχή
gepflanzt
Παραδείγματα
Die Kinder pflanzen Samen in kleine Töpfe.
Τα παιδιά φυτεύουν σπόρους σε μικρά γλάστρες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store