pflanzen
pflanzen
pflantsn
pflantsn

Ορισμός και σημασία του "pflanzen"στα γερμανικά

pflanzen
01

φυτεύω, τοποθετώ στη γη

Etwas in die Erde setzen, damit es wächst 
pflanzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pflanze
γ΄ ενικό πρόσωπο
pflanzt
ενεστώτα μετοχή
pflanzend
απλός αόριστος
pflanzt
παθητική μετοχή
gepflanzt
Παραδείγματα
Ich pflanze Blumen im Garten. 

Εγώ φυτεύω λουλούδια στον κήπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store