Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pflanzen
[past form: pflanzt]
01
φυτεύω, τοποθετώ στη γη
Etwas in die Erde setzen, damit es wächst
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
pflanze
γ΄ ενικό πρόσωπο
pflanzt
ενεστώτα μετοχή
pflanzend
απλός αόριστος
pflanzt
παθητική μετοχή
gepflanzt
Παραδείγματα
Die Kinder pflanzen Samen in kleine Töpfe.
Τα παιδιά φυτεύουν σπόρους σε μικρά γλάστρες.



























