Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Perspektive
[gender: feminine]
01
προοπτική, άποψη
Die Art, wie man etwas betrachtet oder einschätzt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Perspektive
πληθυντικός τύπος
Perspektiven
Παραδείγματα
Die Studie bietet neue Perspektiven.
Η μελέτη προσφέρει νέες προοπτικές.
02
προοπτική, οπτική γωνία
Die Darstellung räumlicher Tiefe in Bildern oder die Linienführung, die diese erzeugt
Παραδείγματα
Kinder zeichnen oft ohne Perspektive.
Τα παιδιά συχνά ζωγραφίζουν χωρίς προοπτική.



























