die pauke
pau
ˈpaʊ
paw
ke
pause

Ορισμός και σημασία του "pauke"στα γερμανικά

01

τύμπανα, τύμπανα

ein Schlaginstrument, das tiefen Klang erzeugt, indem man auf eine Membran schlägt 
die Pauke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Pauken
γενική πτώση
Pauke
Παραδείγματα
Die Pauke ist laut. 

Ο τυμπανιστής είναι δυνατός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store