der passagier
pa
pa
πα
ssa
sa
σα
gier
ˈʒi:ɐ
ζι

Ορισμός και σημασία του "passagier"στα γερμανικά

01

επιβάτης, ταξιδιώτης

Eine Person, die in einem Fahrzeug, Flugzeug oder Schiff mitfährt 
der Passagier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Passagiere
αρσενικό ενικό
Passagier
θηλυκό ενικό
Passagierin
neutral form
Passagier
γενική πτώση
Passagiers
Παραδείγματα
Der Passagier steigt am Flughafen ins Flugzeug. 

Ο επιβάτης επιβιβάζεται στο αεροπλάνο στο αεροδρόμιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store