der pass
pass
pas
pas
fasshassdassnass

Ορισμός και σημασία του "pass"στα γερμανικά

01

διαβατήριο

Ein offizielles Dokument, das eine Person zum Reisen ins Ausland benötigt 
der Pass definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Pässe
γενική πτώση
Passes
Παραδείγματα
Ich habe meinen Pass verloren. 

Έχασα το διαβατήριό μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store