der partner
partner
paʁtnɐ
partn

Ορισμός και σημασία του "partner"στα γερμανικά

01

σύντροφος, συνεργάτης

Eine Person, mit der man eine romantische oder lebenslange Beziehung führt 
der Partner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Partners
πληθυντικός τύπος
Partner
Παραδείγματα
Mein Partner und ich wohnen zusammen. 

Ο σύντροφός μου και εγώ ζούμε μαζί.

02

επιχειρηματικός συνεργάτης, εμπορικός συνεργάτης

Eine Person oder Firma, mit der man geschäftlich zusammenarbeitet 
der Partner definition and meaning
Παραδείγματα
Unsere Firma hat viele Partner im Ausland. 

Η εταιρεία μας έχει πολλούς συνεργάτες στο εξωτερικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store