das Parfum

Ορισμός και σημασία του "parfum"στα γερμανικά

01

άρωμα, ουσία

flüssiger Duftstoff, der zur Erzeugung angenehmer Gerüche auf Haut, Kleidung oder in der Luft verwendet wird
das Parfum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Parfums
πληθυντικός τύπος
Parfums
Παραδείγματα
Ein gutes Parfum kann den ganzen Tag halten, ohne nachzulegen.
Ένα καλό άρωμα μπορεί να διαρκέσει όλη την ημέρα χωρίς να χρειάζεται επαναφορά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store