Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Parallele
01
παράλληλη, παράλληλη γραμμή
eine Linie, die zu einer anderen Linie parallel verläuft, also immer den gleichen Abstand hat und sie nie schneidet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Parallele
πληθυντικός τύπος
Parallelen
Παραδείγματα
Die Parallele verläuft neben der Grundlinie.
Η παράλληλη τρέχει δίπλα στη γραμμή βάσης.
02
παράλληλο
Ähnlichkeit oder Entsprechung zwischen zwei Sachverhalten, Vorgängen oder Erscheinungen
Παραδείγματα
Die Parallele ist klar.
Η παράλληλη είναι σαφής.



























