Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Paprika
[gender: masculine]
01
πιπεριά, γλυκό πιπέρι
ein hohles, mildes Gemüse in verschiedenen Farben (grün, rot, gelb, orange)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Paprika(s)
πληθυντικός τύπος
Paprika(s)
Παραδείγματα
Der Paprika, den sie mit Reis und Gemüse füllten, war sehr lecker und aromatisch.
Η πιπεριά που γέμισαν με ρύζι και λαχανικά ήταν πολύ νόστιμη και αρωματική.



























