das panorama
pa
pa
pa
no
no
no
ra
ˈʁa:
ra
ma
ma
ma

Ορισμός και σημασία του "panorama"στα γερμανικά

01

πανόραμα, ευρεία θέα

Ein weiter, ununterbrochener Blick auf eine Landschaft oder Szenerie, oft von einem erhöhten Punkt aus 
das Panorama definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Panoramen
γενική πτώση
Panoramas
Παραδείγματα
Vom Berggipfel hat man ein atemberaubendes Panorama auf die Alpen. 

Από την κορυφή του βουνού, έχεις μια συναρπαστική πανόραμα των Άλπεων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store