der page
pa
ˈpa:
pa
ge
ʒə
zhē
plage

Ορισμός και σημασία του "page"στα γερμανικά

01

σελίδα, υπηρέτης ξενοδοχείου

Ein junger Angestellter in Hotels für Gepäck und Botengänge 
der Page definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Pagen
αρσενικό ενικό
Page
θηλυκό ενικό
Pagen
neutral form
Hotelangestellter
γενική πτώση
Pagen
Παραδείγματα
Der Page trug meinen Koffer auf mein Zimmer. 

Ο αχθοφόρος μετέφερε τη βαλίτσα μου στο δωμάτιό μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store