Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oval
01
ωοειδής, ελλειπτικός
eine Form, die einem Kreis ähnelt, aber länglicher und ohne Ecken ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ovalsten
συγκριτικός βαθμός
ovaler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Architekt entschied sich für ein Gebäude mit einer modernen, ovalen Grundfläche.
Ο αρχιτέκτονας επέλεξε ένα κτίριο με μια σύγχρονη, ωοειδή βάση.
Das Oval
01
οβάλ, οβάλ σχήμα
längliche, an einen Kreis erinnernde, gleichmäßig gerundete Form ohne Ecken
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Ovals
πληθυντικός τύπος
Ovale
Παραδείγματα
In der Geometrie wird das Oval oft genutzt, um komplexe Kurvenformen zu beschreiben, die weder Kreis noch Ellipse sind.
Στη γεωμετρία, το οβάλ χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει σύνθετες καμπύλες μορφές που δεν είναι ούτε κύκλοι ούτε έλλειψεις.



























