das outfit
outfit
aʊ̯tfɪt
awtfit

Ορισμός και σημασία του "outfit"στα γερμανικά

01

ενδυμασία, στολή

Eine vollständige und bewusst zusammengestellte Kleidungskombination 
das Outfit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Outfit(s)
πληθυντικός τύπος
Outfits
Παραδείγματα
Ihr Outfit für die Hochzeit war perfekt auf die Location abgestimmt. 

Η στολή της για το γάμο ήταν τέλεια συντονισμένη με τον χώρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store