Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Outfit
01
ενδυμασία, στολή
Eine vollständige und bewusst zusammengestellte Kleidungskombination
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Outfit(s)
πληθυντικός τύπος
Outfits
Παραδείγματα
Ihr Outfit für die Hochzeit war perfekt auf die Location abgestimmt.
Η στολή της για το γάμο ήταν τέλεια συντονισμένη με τον χώρο.



























